Ο Stoxx 600 Retail καταγράφει απώλειες 5,2% από την αρχή του έτους
Μια απογοητευτική ανακοίνωση αποτελεσμάτων από τη Hennes & Mauritz (H&M) ενισχύει τους προβληματισμούς σχετικά με τις πληθωριστικές πιέσεις που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις λιανικής.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, ο Stoxx 600 Retail καταγράφει απώλειες 5,2% από την αρχή του έτους, εμφανίζοντας σαφώς χειρότερη πορεία από τον ευρύτερο δείκτη αναφοράς, ο οποίος ενισχύεται κατά 7,5%. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους, σε συνδυασμό με τη διατήρηση πιο αυστηρής στάσης από τις κεντρικές τράπεζες, επιβαρύνει την καταναλωτική εμπιστοσύνη.
Η σουηδική αλυσίδα μόδας H&M, η οποία ήδη συγκαταλεγόταν μεταξύ των εταιρειών με τις μεγαλύτερες απώλειες στον κλαδικό δείκτη, βρέθηκε εκ νέου υπό πίεση την Πέμπτη. Η εταιρεία ανακοίνωσε περιορισμένη αύξηση των πωλήσεων, ενώ τα περιθώρια κέρδους της θα είχαν εμφανίσει μεγαλύτερη συρρίκνωση εάν δεν είχε επωφεληθεί από επιστροφές δασμών.
Ανάλογη απογοήτευση προκάλεσε νωρίτερα μέσα στον μήνα και η Inditex, ο όμιλος στον οποίο ανήκει η Zara, ενώ η Next Plc προχώρησε σε υποβάθμιση της πρόβλεψής της για τις πωλήσεις στη βρετανική αγορά.
Πετρέλαιο, επιτόκια και φόβοι για νέο ενεργειακό σοκ
Η παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έρχεται να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το οικονομικό περιβάλλον. Η τιμή του Brent, που έχει ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, αυξάνει το κόστος τόσο του diesel όσο και του φυσικού αερίου, προκαλώντας ανησυχίες για την πιθανότητα ενός νέου ενεργειακού σοκ αντίστοιχου με εκείνο του 2022, το οποίο θα μπορούσε να πλήξει τους Ευρωπαίους καταναλωτές κατά τους χειμερινούς μήνες.
Την ίδια στιγμή, η προσπάθεια των κεντρικών τραπεζών να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος δανεισμού για στεγαστικά δάνεια, χρηματοδότηση αυτοκινήτου και πιστωτικές κάρτες.
«Έχω μηδενική έκθεση στους ευρωπαϊκούς κλάδους που συνδέονται με την κατανάλωση», δήλωσε ο Ρόλαντ Καλουγιάν, στρατηγικός αναλυτής της Societe Generale. Όπως ανέφερε, ο συνδυασμός υψηλότερων τιμών καυσίμων, αυξημένων επιτοκίων και έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας δημιουργεί σημαντική πίεση στα νοικοκυριά, καθιστώντας δύσκολο να θεωρηθεί ότι το συγκεκριμένο μείγμα θα λειτουργήσει θετικά.
Ο προβληματισμός δεν περιορίζεται στον Καλουγιάν. Πρόσφατη έρευνα της Bank of America έδειξε ότι καθαρό 50% των διαχειριστών κεφαλαίων διατηρεί χαμηλότερη από τη συνήθη έκθεση στις ευρωπαϊκές εταιρείες λιανικής. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2014, ενώ ο κλάδος βρίσκεται επίσης μεταξύ εκείνων στους οποίους η επενδυτική τοποθέτηση υπολείπεται περισσότερο των ιστορικών μέσων επιπέδων.
Από κορυφαία επίδοση σε κλάδο υπό πίεση
Η σημερινή εικόνα συνιστά σημαντική αλλαγή για έναν κλάδο που μόλις πριν από τρία χρόνια βρισκόταν στην κορυφή των ευρωπαϊκών επιδόσεων. Τότε, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού σε συνδυασμό με την απελευθέρωση της συσσωρευμένης ζήτησης είχε οδηγήσει τον κλάδο σε άνοδο 34%.
Αδυναμία εμφανίζουν φέτος και άλλοι τομείς που συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση, μεταξύ των οποίων οι αυτοκινητοβιομηχανίες, οι εταιρείες ειδών πολυτελείας και οι επιχειρήσεις προϊόντων προσωπικής φροντίδας.
Η επίδραση, πάντως, της συγκεκριμένης τάσης στον Stoxx 600 παραμένει μέχρι στιγμής σχετικά περιορισμένη, καθώς οι καταναλωτικοί κλάδοι καταλαμβάνουν μικρό ποσοστό του συνολικού δείκτη. Οι κλάδοι βασικών και μη βασικών καταναλωτικών αγαθών αντιστοιχούν αθροιστικά σε λιγότερο από 14% του δείκτη αναφοράς, ενώ οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, οι βιομηχανίες και ο κλάδος υγείας αντιπροσωπεύουν συνολικά 57%, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg.
Παρά ταύτα, η αδυναμία στον καταναλωτικό τομέα θα μπορούσε να αποκτήσει ευρύτερες διαστάσεις, εφόσον η υποχώρηση της ζήτησης αρχίσει να αποτυπώνεται και στον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης.
Ενδεικτικό είναι ότι η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ευρωζώνη υποχώρησε ήδη τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας την πρώτη πτώση της έπειτα από πέντε διαδοχικούς μήνες ανόδου.
Αμφισβητούνται πλέον οι εκτιμήσεις για τα κέρδη
Μέχρι πρόσφατα, οι αναλυτές εμφανίζονταν αισιόδοξοι για την πορεία των εταιρικών κερδών, προβλέποντας ακόμη και αύξηση 13% στα κέρδη των εταιρειών μη βασικών καταναλωτικών αγαθών το τρέχον έτος, μετά την πτώση κατά 20% το 2025, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg Intelligence.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή φαίνεται να αλλάζει. Ανάλυση στρατηγικών αναλυτών της UBS Group καταδεικνύει ότι η αισιοδοξία αρχίζει να υποχωρεί, καθώς πλέον περισσότεροι αναλυτές προχωρούν σε μειώσεις παρά σε αυξήσεις των προβλέψεών τους για τα κέρδη του κλάδου.
Η Κέιτ Κάλβερτ, αναλύτρια λιανικής στην Investec Bank, εκτίμησε ότι η πορεία της ζήτησης κατά τους χειμερινούς μήνες θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για τις εξελίξεις.
Όπως σημείωσε, οι καταναλωτές δεν έχουν ακόμη αντιληφθεί πλήρως το μέγεθος της αύξησης στους λογαριασμούς καυσίμων, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές πιέσεις στις καταναλωτικές δαπάνες το επόμενο διάστημα.
www.bankingnews.gr
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, ο Stoxx 600 Retail καταγράφει απώλειες 5,2% από την αρχή του έτους, εμφανίζοντας σαφώς χειρότερη πορεία από τον ευρύτερο δείκτη αναφοράς, ο οποίος ενισχύεται κατά 7,5%. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους, σε συνδυασμό με τη διατήρηση πιο αυστηρής στάσης από τις κεντρικές τράπεζες, επιβαρύνει την καταναλωτική εμπιστοσύνη.
Η σουηδική αλυσίδα μόδας H&M, η οποία ήδη συγκαταλεγόταν μεταξύ των εταιρειών με τις μεγαλύτερες απώλειες στον κλαδικό δείκτη, βρέθηκε εκ νέου υπό πίεση την Πέμπτη. Η εταιρεία ανακοίνωσε περιορισμένη αύξηση των πωλήσεων, ενώ τα περιθώρια κέρδους της θα είχαν εμφανίσει μεγαλύτερη συρρίκνωση εάν δεν είχε επωφεληθεί από επιστροφές δασμών.
Ανάλογη απογοήτευση προκάλεσε νωρίτερα μέσα στον μήνα και η Inditex, ο όμιλος στον οποίο ανήκει η Zara, ενώ η Next Plc προχώρησε σε υποβάθμιση της πρόβλεψής της για τις πωλήσεις στη βρετανική αγορά.
Πετρέλαιο, επιτόκια και φόβοι για νέο ενεργειακό σοκ
Η παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έρχεται να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το οικονομικό περιβάλλον. Η τιμή του Brent, που έχει ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, αυξάνει το κόστος τόσο του diesel όσο και του φυσικού αερίου, προκαλώντας ανησυχίες για την πιθανότητα ενός νέου ενεργειακού σοκ αντίστοιχου με εκείνο του 2022, το οποίο θα μπορούσε να πλήξει τους Ευρωπαίους καταναλωτές κατά τους χειμερινούς μήνες.
Την ίδια στιγμή, η προσπάθεια των κεντρικών τραπεζών να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος δανεισμού για στεγαστικά δάνεια, χρηματοδότηση αυτοκινήτου και πιστωτικές κάρτες.
«Έχω μηδενική έκθεση στους ευρωπαϊκούς κλάδους που συνδέονται με την κατανάλωση», δήλωσε ο Ρόλαντ Καλουγιάν, στρατηγικός αναλυτής της Societe Generale. Όπως ανέφερε, ο συνδυασμός υψηλότερων τιμών καυσίμων, αυξημένων επιτοκίων και έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας δημιουργεί σημαντική πίεση στα νοικοκυριά, καθιστώντας δύσκολο να θεωρηθεί ότι το συγκεκριμένο μείγμα θα λειτουργήσει θετικά.
Ο προβληματισμός δεν περιορίζεται στον Καλουγιάν. Πρόσφατη έρευνα της Bank of America έδειξε ότι καθαρό 50% των διαχειριστών κεφαλαίων διατηρεί χαμηλότερη από τη συνήθη έκθεση στις ευρωπαϊκές εταιρείες λιανικής. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2014, ενώ ο κλάδος βρίσκεται επίσης μεταξύ εκείνων στους οποίους η επενδυτική τοποθέτηση υπολείπεται περισσότερο των ιστορικών μέσων επιπέδων.
Από κορυφαία επίδοση σε κλάδο υπό πίεση
Η σημερινή εικόνα συνιστά σημαντική αλλαγή για έναν κλάδο που μόλις πριν από τρία χρόνια βρισκόταν στην κορυφή των ευρωπαϊκών επιδόσεων. Τότε, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού σε συνδυασμό με την απελευθέρωση της συσσωρευμένης ζήτησης είχε οδηγήσει τον κλάδο σε άνοδο 34%.
Αδυναμία εμφανίζουν φέτος και άλλοι τομείς που συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση, μεταξύ των οποίων οι αυτοκινητοβιομηχανίες, οι εταιρείες ειδών πολυτελείας και οι επιχειρήσεις προϊόντων προσωπικής φροντίδας.
Η επίδραση, πάντως, της συγκεκριμένης τάσης στον Stoxx 600 παραμένει μέχρι στιγμής σχετικά περιορισμένη, καθώς οι καταναλωτικοί κλάδοι καταλαμβάνουν μικρό ποσοστό του συνολικού δείκτη. Οι κλάδοι βασικών και μη βασικών καταναλωτικών αγαθών αντιστοιχούν αθροιστικά σε λιγότερο από 14% του δείκτη αναφοράς, ενώ οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, οι βιομηχανίες και ο κλάδος υγείας αντιπροσωπεύουν συνολικά 57%, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg.
Παρά ταύτα, η αδυναμία στον καταναλωτικό τομέα θα μπορούσε να αποκτήσει ευρύτερες διαστάσεις, εφόσον η υποχώρηση της ζήτησης αρχίσει να αποτυπώνεται και στον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης.
Ενδεικτικό είναι ότι η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ευρωζώνη υποχώρησε ήδη τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας την πρώτη πτώση της έπειτα από πέντε διαδοχικούς μήνες ανόδου.
Αμφισβητούνται πλέον οι εκτιμήσεις για τα κέρδη
Μέχρι πρόσφατα, οι αναλυτές εμφανίζονταν αισιόδοξοι για την πορεία των εταιρικών κερδών, προβλέποντας ακόμη και αύξηση 13% στα κέρδη των εταιρειών μη βασικών καταναλωτικών αγαθών το τρέχον έτος, μετά την πτώση κατά 20% το 2025, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg Intelligence.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή φαίνεται να αλλάζει. Ανάλυση στρατηγικών αναλυτών της UBS Group καταδεικνύει ότι η αισιοδοξία αρχίζει να υποχωρεί, καθώς πλέον περισσότεροι αναλυτές προχωρούν σε μειώσεις παρά σε αυξήσεις των προβλέψεών τους για τα κέρδη του κλάδου.
Η Κέιτ Κάλβερτ, αναλύτρια λιανικής στην Investec Bank, εκτίμησε ότι η πορεία της ζήτησης κατά τους χειμερινούς μήνες θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για τις εξελίξεις.
Όπως σημείωσε, οι καταναλωτές δεν έχουν ακόμη αντιληφθεί πλήρως το μέγεθος της αύξησης στους λογαριασμούς καυσίμων, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές πιέσεις στις καταναλωτικές δαπάνες το επόμενο διάστημα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών