Βενεζουέλα: Η Ουάσιγκτον ξαναγράφει το παλιό έργο της Λατινικής Αμερικής
Η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του Nicolás Maduro παρουσιάστηκαν από την κυβέρνηση Donald Trump ως αποφασιστική νίκη.
Όμως η ιστορία της Λατινικής Αμερικής προειδοποιεί ότι οι «γρήγορες επιτυχίες» της Ουάσιγκτον συχνά μετατρέπονται, χρόνια ή δεκαετίες αργότερα, σε κρίσεις που κανείς από τους αρχικούς σχεδιαστές δεν είχε προβλέψει.
Το 1927, ο Augusto César Sandino ξεκίνησε ένοπλη αντίσταση κατά της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Νικαράγουα.
Οι ΗΠΑ είχαν επέμβει υπό τον τότε πρόεδρο Calvin Coolidge σε μια προσπάθεια να τερματίσουν τον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στην κυβέρνηση των συντηρητικών και στους φιλελεύθερους αντάρτες.
Η Ουάσιγκτον παρουσίαζε την παρέμβαση ως επιχείρηση σταθεροποίησης.
Ο Sandino την έβλεπε διαφορετικά.
Για εκείνον, η παρουσία των Αμερικανών πεζοναυτών αποτελούσε ξένη κατοχή.
Η ίδια η ιστορική υπηρεσία του αμερικανικού State Department καταγράφει ότι ο Sandino αρνήθηκε να καταθέσει τα όπλα μετά τη συμφωνία Tipitapa και συνέχισε ένοπλη αντίσταση μέχρι την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων τον Ιανουάριο του 1933.
Αυτή η ιστορία έχει σήμερα ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιστρέφει ακριβώς στη λογική που υποτίθεται ότι είχε εγκαταλείψει πριν από σχεδόν έναν αιώνα.

Από τον Sandino στον Maduro
Η αμερικανική επέμβαση στη Νικαράγουα δεν τελείωσε με την αποχώρηση των πεζοναυτών.
Οι ΗΠΑ είχαν συμβάλει στη δημιουργία και εκπαίδευση της Εθνικής Φρουράς της Νικαράγουας.
Μετά την αποχώρησή τους, επικεφαλής της βρέθηκε ο Anastasio Somoza, ο οποίος αργότερα εδραίωσε τη δική του αυταρχική εξουσία.
Ο Sandino δολοφονήθηκε το 1934 από δυνάμεις της Εθνοφρουράς, ενώ το κίνημά του έδωσε δεκαετίες αργότερα το όνομά του στους Sandinistas.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά.
Αλλά οι μηχανισμοί της συχνά μοιάζουν, εξηγεί σε ανάλυσή του το Responsible Statecraft.
Όταν μια εξωτερική δύναμη επεμβαίνει στρατιωτικά, επανασχεδιάζει το πολιτικό σύστημα μιας χώρας και επιλέγει ποιους θεωρεί «αποδεκτούς» συνομιλητές, δημιουργεί ταυτόχρονα νέες πολιτικές ταυτότητες, νέες αντιστάσεις και νέους μύθους.
Αυτό ακριβώς είναι το ρίσκο σήμερα στη Βενεζουέλα.
Η σύλληψη του Maduro και το νέο καθεστώς επιρροής
Τον Ιανουάριο του 2026 αμερικανικές δυνάμεις συνέλαβαν τον Nicolás Maduro σε στρατιωτική επιχείρηση.
Η κυβέρνηση Trump υποστήριξε ότι η ενέργεια στρεφόταν κατά ενός κατηγορούμενου για «ναρκοτρομοκρατία» και όχι κατά της ίδιας της Βενεζουέλας.
Ο Marco Rubio τόνισε τότε ότι η Ουάσιγκτον δεν βρισκόταν σε πόλεμο με τη χώρα και ότι οι αμερικανικές δυνάμεις παρέμειναν στο έδαφος για περίπου δύο ώρες.
Αυτή είναι η επίσημη αμερικανική εκδοχή.
Όμως η πολιτική πραγματικότητα που ακολούθησε είναι πολύ βαθύτερη από μια επιχείρηση σύλληψης.
Η Delcy Rodríguez ανέλαβε την προσωρινή ηγεσία, ενώ η Ουάσιγκτον απέκτησε καθοριστική επιρροή στην πολιτική και οικονομική μετάβαση της χώρας.
Όλοι πλέον καταγράφουν ότι η νέα κυβέρνηση λειτουργεί σε περιβάλλον έντονης αμερικανικής πίεσης, ενώ ακόμη δεν έχει οριστεί σαφές χρονοδιάγραμμα εκλογών.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι απλώς αν ο Maduro ήταν αυταρχικός ή αν η κυβέρνησή του είχε σοβαρά προβλήματα νομιμοποίησης.
Το ερώτημα είναι ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει το πολιτικό μέλλον μιας χώρας.

Και μετά ήρθε το πετρέλαιο
Η πιο αμφιλεγόμενη διάσταση της αμερικανικής πολιτικής ήρθε μήνες αργότερα.
Στα τέλη Αυγούστου και στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε συμφωνία την οποία χαρακτήρισε «τη μεγαλύτερη πετρελαϊκή συμφωνία στην παγκόσμια ιστορία».
Σύμφωνα με την ίδια την αμερικανική κυβέρνηση, οι ΗΠΑ εξασφάλισαν πλειοψηφικό έλεγχο σε πάνω από 65 δισεκατομμύρια βαρέλια αποδεδειγμένων πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας, μαζί με ισχυρά δικαιώματα εταιρικής διακυβέρνησης και προνομιακής πρόσβασης στο πετρέλαιο.
Αυτό αλλάζει δραματικά την πολιτική εικόνα.
Όταν μια στρατιωτική επέμβαση που απομακρύνει τον ηγέτη μιας χώρας ακολουθείται, λίγους μήνες αργότερα, από συμφωνία που δίνει στην παρεμβαίνουσα δύναμη τεράστιο έλεγχο επί των φυσικών πόρων της ίδιας χώρας, οι υποψίες περί ιμπεριαλιστικής πολιτικής δεν είναι εύκολο να απορριφθούν.
Η κυβέρνηση Trump παρουσιάζει τη συμφωνία ως ενεργειακή νίκη για τις ΗΠΑ και ευκαιρία οικονομικής ανάκαμψης για τη Βενεζουέλα.
Αλλά το πολιτικό ερώτημα παραμένει: Πόσο ελεύθερη μπορεί να θεωρηθεί μια οικονομική συμφωνία όταν έχει προηγηθεί στρατιωτική ανατροπή της προηγούμενης ηγεσίας;

Η επιστροφή της «διπλωματίας των κανονιοφόρων»
Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν τη Λατινική Αμερική ως γεωπολιτική ζώνη ειδικών συμφερόντων.
Στρατιωτικές επεμβάσεις, πραξικοπήματα, μυστικές επιχειρήσεις και πολιτικές παρεμβάσεις άφησαν βαθιά ιστορικά τραύματα από την Καραϊβική μέχρι την Κεντρική και Νότια Αμερική.
Η πολιτική καλής γειτονίας του Franklin D. Roosevelt επιχείρησε να απομακρύνει τις ΗΠΑ από τη λογική της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης.
Σήμερα, όμως, αυτή η φιλοσοφία μοιάζει εξαιρετικά μακρινή.
Η ίδια η ρητορική της κυβέρνησης Trump είναι χαρακτηριστική.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio έχει παρουσιάσει το Δυτικό Ημισφαίριο ως χώρο όπου η Ουάσιγκτον δεν θα επιτρέψει κυβερνήσεις ή δυνάμεις που θεωρεί απειλητικές για την ασφάλειά της.
Η λογική αυτή μπορεί να ακούγεται στρατηγικά κατανοητή από την αμερικανική πλευρά.
Αλλά από την πλευρά των χωρών της Λατινικής Αμερικής ακούγεται πολύ διαφορετικά.
Ακούγεται σαν επιστροφή στην παλιά αντίληψη ότι η κυριαρχία των μικρότερων κρατών είναι σχετική όταν συγκρούεται με τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον.

Το πρόβλημα δεν είναι το σήμερα – είναι το αύριο
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα από τη Νικαράγουα.
Ο Calvin Coolidge δεν μπορούσε να γνωρίζει το 1927 ότι η επέμβασή του θα αποτελούσε κομμάτι μιας αλυσίδας γεγονότων που θα συνέδεε τον Sandino, τον Somoza, τους Sandinistas, τον πόλεμο των Contras και τελικά τον Daniel Ortega.
Οι συνέπειες μιας επέμβασης δεν εμφανίζονται πάντοτε μέσα στην ίδια προεδρική θητεία.
Μπορεί να χρειαστούν δεκαετίες.
Αυτό ακριβώς πρέπει να φοβάται σήμερα η Ουάσιγκτον στη Βενεζουέλα.
Μια γενιά Βενεζουελάνων μπορεί να μεγαλώσει πιστεύοντας ότι η χώρα τους έχασε ουσιαστικό μέρος της κυριαρχίας της μετά από αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση και ότι ο σημαντικότερος φυσικός της πόρος πέρασε υπό καθοριστική αμερικανική επιρροή.
Ακόμη και αν η σημερινή μετάβαση εξελιχθεί ομαλά, το πολιτικό συναίσθημα που δημιουργείται μπορεί να εμφανιστεί ξανά μετά από 10, 20 ή 40 χρόνια.
Και τότε ένας νέος πολιτικός ηγέτης μπορεί να οικοδομήσει ολόκληρη την ταυτότητά του πάνω στην αντίσταση προς τις ΗΠΑ.
Ακριβώς όπως έγινε κάποτε με τον Sandino.

Daniel Ortega
Η ψευδαίσθηση της γρήγορης νίκης
Η στρατιωτική ισχύς δημιουργεί συχνά μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση.
Ότι επειδή μια επιχείρηση ήταν γρήγορη, ήταν και σοφή.
Ότι επειδή ο αντίπαλος συνελήφθη, το πρόβλημα λύθηκε.
Ότι επειδή αποκτήθηκε πρόσβαση σε πετρέλαιο, το αποτέλεσμα είναι στρατηγική νίκη.
Η ιστορία της αμερικανικής πολιτικής στη Λατινική Αμερική δείχνει κάτι διαφορετικό.
Η πραγματική αξιολόγηση μιας επέμβασης δεν γίνεται έξι μήνες μετά.
Γίνεται όταν φανούν οι πολιτικές γενιές που δημιούργησε.
Οι ΗΠΑ μπορεί σήμερα να θεωρούν ότι κέρδισαν στη Βενεζουέλα.
Μπορεί όμως ταυτόχρονα να δημιουργούν τους αντιπάλους που θα αντιμετωπίσουν αύριο.
Και αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος της αμερικανικής επέμβασης: όχι μόνο όσα άλλαξε το 2026, αλλά όσα μπορεί να γεννήσει για τις επόμενες δεκαετίες.
www.bankingnews.gr
Όμως η ιστορία της Λατινικής Αμερικής προειδοποιεί ότι οι «γρήγορες επιτυχίες» της Ουάσιγκτον συχνά μετατρέπονται, χρόνια ή δεκαετίες αργότερα, σε κρίσεις που κανείς από τους αρχικούς σχεδιαστές δεν είχε προβλέψει.
Το 1927, ο Augusto César Sandino ξεκίνησε ένοπλη αντίσταση κατά της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Νικαράγουα.
Οι ΗΠΑ είχαν επέμβει υπό τον τότε πρόεδρο Calvin Coolidge σε μια προσπάθεια να τερματίσουν τον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στην κυβέρνηση των συντηρητικών και στους φιλελεύθερους αντάρτες.
Η Ουάσιγκτον παρουσίαζε την παρέμβαση ως επιχείρηση σταθεροποίησης.
Ο Sandino την έβλεπε διαφορετικά.
Για εκείνον, η παρουσία των Αμερικανών πεζοναυτών αποτελούσε ξένη κατοχή.
Η ίδια η ιστορική υπηρεσία του αμερικανικού State Department καταγράφει ότι ο Sandino αρνήθηκε να καταθέσει τα όπλα μετά τη συμφωνία Tipitapa και συνέχισε ένοπλη αντίσταση μέχρι την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων τον Ιανουάριο του 1933.
Αυτή η ιστορία έχει σήμερα ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιστρέφει ακριβώς στη λογική που υποτίθεται ότι είχε εγκαταλείψει πριν από σχεδόν έναν αιώνα.

Από τον Sandino στον Maduro
Η αμερικανική επέμβαση στη Νικαράγουα δεν τελείωσε με την αποχώρηση των πεζοναυτών.
Οι ΗΠΑ είχαν συμβάλει στη δημιουργία και εκπαίδευση της Εθνικής Φρουράς της Νικαράγουας.
Μετά την αποχώρησή τους, επικεφαλής της βρέθηκε ο Anastasio Somoza, ο οποίος αργότερα εδραίωσε τη δική του αυταρχική εξουσία.
Ο Sandino δολοφονήθηκε το 1934 από δυνάμεις της Εθνοφρουράς, ενώ το κίνημά του έδωσε δεκαετίες αργότερα το όνομά του στους Sandinistas.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά.
Αλλά οι μηχανισμοί της συχνά μοιάζουν, εξηγεί σε ανάλυσή του το Responsible Statecraft.
Όταν μια εξωτερική δύναμη επεμβαίνει στρατιωτικά, επανασχεδιάζει το πολιτικό σύστημα μιας χώρας και επιλέγει ποιους θεωρεί «αποδεκτούς» συνομιλητές, δημιουργεί ταυτόχρονα νέες πολιτικές ταυτότητες, νέες αντιστάσεις και νέους μύθους.
Αυτό ακριβώς είναι το ρίσκο σήμερα στη Βενεζουέλα.
Η σύλληψη του Maduro και το νέο καθεστώς επιρροής
Τον Ιανουάριο του 2026 αμερικανικές δυνάμεις συνέλαβαν τον Nicolás Maduro σε στρατιωτική επιχείρηση.
Η κυβέρνηση Trump υποστήριξε ότι η ενέργεια στρεφόταν κατά ενός κατηγορούμενου για «ναρκοτρομοκρατία» και όχι κατά της ίδιας της Βενεζουέλας.
Ο Marco Rubio τόνισε τότε ότι η Ουάσιγκτον δεν βρισκόταν σε πόλεμο με τη χώρα και ότι οι αμερικανικές δυνάμεις παρέμειναν στο έδαφος για περίπου δύο ώρες.
Αυτή είναι η επίσημη αμερικανική εκδοχή.
Όμως η πολιτική πραγματικότητα που ακολούθησε είναι πολύ βαθύτερη από μια επιχείρηση σύλληψης.
Η Delcy Rodríguez ανέλαβε την προσωρινή ηγεσία, ενώ η Ουάσιγκτον απέκτησε καθοριστική επιρροή στην πολιτική και οικονομική μετάβαση της χώρας.
Όλοι πλέον καταγράφουν ότι η νέα κυβέρνηση λειτουργεί σε περιβάλλον έντονης αμερικανικής πίεσης, ενώ ακόμη δεν έχει οριστεί σαφές χρονοδιάγραμμα εκλογών.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι απλώς αν ο Maduro ήταν αυταρχικός ή αν η κυβέρνησή του είχε σοβαρά προβλήματα νομιμοποίησης.
Το ερώτημα είναι ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει το πολιτικό μέλλον μιας χώρας.

Και μετά ήρθε το πετρέλαιο
Η πιο αμφιλεγόμενη διάσταση της αμερικανικής πολιτικής ήρθε μήνες αργότερα.
Στα τέλη Αυγούστου και στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε συμφωνία την οποία χαρακτήρισε «τη μεγαλύτερη πετρελαϊκή συμφωνία στην παγκόσμια ιστορία».
Σύμφωνα με την ίδια την αμερικανική κυβέρνηση, οι ΗΠΑ εξασφάλισαν πλειοψηφικό έλεγχο σε πάνω από 65 δισεκατομμύρια βαρέλια αποδεδειγμένων πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας, μαζί με ισχυρά δικαιώματα εταιρικής διακυβέρνησης και προνομιακής πρόσβασης στο πετρέλαιο.
Αυτό αλλάζει δραματικά την πολιτική εικόνα.
Όταν μια στρατιωτική επέμβαση που απομακρύνει τον ηγέτη μιας χώρας ακολουθείται, λίγους μήνες αργότερα, από συμφωνία που δίνει στην παρεμβαίνουσα δύναμη τεράστιο έλεγχο επί των φυσικών πόρων της ίδιας χώρας, οι υποψίες περί ιμπεριαλιστικής πολιτικής δεν είναι εύκολο να απορριφθούν.
Η κυβέρνηση Trump παρουσιάζει τη συμφωνία ως ενεργειακή νίκη για τις ΗΠΑ και ευκαιρία οικονομικής ανάκαμψης για τη Βενεζουέλα.
Αλλά το πολιτικό ερώτημα παραμένει: Πόσο ελεύθερη μπορεί να θεωρηθεί μια οικονομική συμφωνία όταν έχει προηγηθεί στρατιωτική ανατροπή της προηγούμενης ηγεσίας;

Η επιστροφή της «διπλωματίας των κανονιοφόρων»
Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν τη Λατινική Αμερική ως γεωπολιτική ζώνη ειδικών συμφερόντων.
Στρατιωτικές επεμβάσεις, πραξικοπήματα, μυστικές επιχειρήσεις και πολιτικές παρεμβάσεις άφησαν βαθιά ιστορικά τραύματα από την Καραϊβική μέχρι την Κεντρική και Νότια Αμερική.
Η πολιτική καλής γειτονίας του Franklin D. Roosevelt επιχείρησε να απομακρύνει τις ΗΠΑ από τη λογική της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης.
Σήμερα, όμως, αυτή η φιλοσοφία μοιάζει εξαιρετικά μακρινή.
Η ίδια η ρητορική της κυβέρνησης Trump είναι χαρακτηριστική.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio έχει παρουσιάσει το Δυτικό Ημισφαίριο ως χώρο όπου η Ουάσιγκτον δεν θα επιτρέψει κυβερνήσεις ή δυνάμεις που θεωρεί απειλητικές για την ασφάλειά της.
Η λογική αυτή μπορεί να ακούγεται στρατηγικά κατανοητή από την αμερικανική πλευρά.
Αλλά από την πλευρά των χωρών της Λατινικής Αμερικής ακούγεται πολύ διαφορετικά.
Ακούγεται σαν επιστροφή στην παλιά αντίληψη ότι η κυριαρχία των μικρότερων κρατών είναι σχετική όταν συγκρούεται με τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον.

Το πρόβλημα δεν είναι το σήμερα – είναι το αύριο
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα από τη Νικαράγουα.
Ο Calvin Coolidge δεν μπορούσε να γνωρίζει το 1927 ότι η επέμβασή του θα αποτελούσε κομμάτι μιας αλυσίδας γεγονότων που θα συνέδεε τον Sandino, τον Somoza, τους Sandinistas, τον πόλεμο των Contras και τελικά τον Daniel Ortega.
Οι συνέπειες μιας επέμβασης δεν εμφανίζονται πάντοτε μέσα στην ίδια προεδρική θητεία.
Μπορεί να χρειαστούν δεκαετίες.
Αυτό ακριβώς πρέπει να φοβάται σήμερα η Ουάσιγκτον στη Βενεζουέλα.
Μια γενιά Βενεζουελάνων μπορεί να μεγαλώσει πιστεύοντας ότι η χώρα τους έχασε ουσιαστικό μέρος της κυριαρχίας της μετά από αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση και ότι ο σημαντικότερος φυσικός της πόρος πέρασε υπό καθοριστική αμερικανική επιρροή.
Ακόμη και αν η σημερινή μετάβαση εξελιχθεί ομαλά, το πολιτικό συναίσθημα που δημιουργείται μπορεί να εμφανιστεί ξανά μετά από 10, 20 ή 40 χρόνια.
Και τότε ένας νέος πολιτικός ηγέτης μπορεί να οικοδομήσει ολόκληρη την ταυτότητά του πάνω στην αντίσταση προς τις ΗΠΑ.
Ακριβώς όπως έγινε κάποτε με τον Sandino.

Daniel Ortega
Η ψευδαίσθηση της γρήγορης νίκης
Η στρατιωτική ισχύς δημιουργεί συχνά μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση.
Ότι επειδή μια επιχείρηση ήταν γρήγορη, ήταν και σοφή.
Ότι επειδή ο αντίπαλος συνελήφθη, το πρόβλημα λύθηκε.
Ότι επειδή αποκτήθηκε πρόσβαση σε πετρέλαιο, το αποτέλεσμα είναι στρατηγική νίκη.
Η ιστορία της αμερικανικής πολιτικής στη Λατινική Αμερική δείχνει κάτι διαφορετικό.
Η πραγματική αξιολόγηση μιας επέμβασης δεν γίνεται έξι μήνες μετά.
Γίνεται όταν φανούν οι πολιτικές γενιές που δημιούργησε.
Οι ΗΠΑ μπορεί σήμερα να θεωρούν ότι κέρδισαν στη Βενεζουέλα.
Μπορεί όμως ταυτόχρονα να δημιουργούν τους αντιπάλους που θα αντιμετωπίσουν αύριο.
Και αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος της αμερικανικής επέμβασης: όχι μόνο όσα άλλαξε το 2026, αλλά όσα μπορεί να γεννήσει για τις επόμενες δεκαετίες.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών