AIPAC: Τέλος στις δημόσιες στηρίξεις και την απευθείας χρηματοδότηση υποψηφίων στις ΗΠΑ – Στροφή στρατηγικής υπό το βάρος της οργής για το Ισραήλ
Η ισχυρότερη φιλοϊσραηλινή οργάνωση άσκησης πολιτικής επιρροής στις ΗΠΑ, η American Israel Public Affairs Committee (AIPAC), ανακοίνωσε ότι σταματά να δημοσιοποιεί επίσημες στηρίξεις προς πολιτικούς υποψηφίους και να τους παρέχει απευθείας χρηματοδοτικές συνεισφορές, καθώς εντείνεται η δυσαρέσκεια των Αμερικανών ψηφοφόρων απέναντι στο Ισραήλ.
Η απόφαση σηματοδοτεί αλλαγή στρατηγικής για την AIPAC, η οποία επιδιώκει να συνεχίσει να στηρίζει Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς που τάσσονται ανεπιφύλακτα υπέρ του Ισραήλ, υιοθετώντας ωστόσο μια λιγότερο προβεβλημένη πολιτική προσέγγιση.
Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τους υποστηρικτές της την Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου, η οργάνωση ανέφερε ότι επανεξετάζει το πολιτικό περιβάλλον και προσαρμόζει τη δράση της στις νέες συνθήκες.
«Για να κερδίσουμε τη μάχη για το μέλλον της χώρας και της συμμαχίας ΗΠΑ - Ισραήλ, πρέπει να οικοδομήσουμε μια πιο στρατηγική, αποτελεσματική και ευέλικτη πολιτική επιχείρηση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Νέα στρατηγική με επίκεντρο τις ιδιωτικές δωρεές
Η AIPAC ανακοίνωσε ότι θα δώσει προτεραιότητα στην αύξηση των άμεσων και οργανωμένων χρηματικών συνεισφορών από μεμονωμένους Αμερικανούς προς υποψηφίους, αξιοποιώντας παράλληλα νέα εργαλεία πολιτικής συγκέντρωσης κεφαλαίων.
«Οι δημόσιες στηρίξεις υποψηφίων, οι απευθείας συνεισφορές από πολιτικές επιτροπές δράσης (PACs) και η ειδική δέσμευση χρηματοδότησης για συγκεκριμένους υποψηφίους δεν θα αποτελούν πλέον μέρος της προσέγγισής μας», ανέφερε η οργάνωση.
Στόχος, σύμφωνα με την ίδια, είναι να διευρυνθούν οι ατομικές δωρεές και να αξιοποιηθούν νέα εργαλεία που θα βοηθήσουν τους πολιτικούς συμμάχους της να επικρατήσουν στις εκλογές.
Οι πολιτικές επιτροπές δράσης (Political Action Committees – PACs) αποτελούν οργανωμένους μηχανισμούς συγκέντρωσης και διάθεσης χρημάτων για την υποστήριξη πολιτικών υποψηφίων. Η AIPAC, ως PAC, υπόκειται σε όριο απευθείας συνεισφορών ύψους 5.000 δολαρίων ανά υποψήφιο και ανά εκλογικό κύκλο.
Ωστόσο, διαφορετικό καθεστώς ισχύει για τις λεγόμενες Super PACs, οι οποίες μπορούν να πραγματοποιούν απεριόριστες ανεξάρτητες πολιτικές δαπάνες, χωρίς να καταβάλλουν απευθείας συνεισφορές στους υποψηφίους.
Το United Democracy Project και τα εκατομμύρια δολάρια
Η AIPAC διαθέτει τη δική της Super PAC, με την ονομασία United Democracy Project (UDP), η οποία συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους χρηματοδότες της εκλογικής πολιτικής στις ΗΠΑ.
Πρόκειται για έναν μηχανισμό με αποκλειστική εστίαση στην προώθηση φιλοϊσραηλινών συμφερόντων. Κατά τον εκλογικό κύκλο του 2024, το UDP δαπάνησε περισσότερα από 60 εκατ. δολάρια, επιχειρώντας να επηρεάσει την εκλογική αναμέτρηση.
Η συγκεκριμένη δραστηριότητα αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς οι δαπάνες της Super PAC δεν θεωρούνται απευθείας χρηματοδοτικές συνεισφορές προς υποψηφίους και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στην αλλαγή που ανακοίνωσε η AIPAC.
Η οργάνωση έχει επίσης χρησιμοποιήσει στο παρελθόν τις λεγόμενες «εταιρείες-κελύφη» ή «shell PACs» κατά τη διάρκεια εκλογικών περιόδων, τις οποίες στη συνέχεια διαλύει αφού μεταφερθούν τα κεφάλαιά τους στο UDP.
«Πιστεύουμε ότι αυτή η προσέγγιση μάς επιτρέπει να αξιοποιήσουμε νέες καινοτομίες και να επιτύχουμε ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό αντίκτυπο στην επιρροή της πολιτικής», ανέφερε η AIPAC.
Πρόσθεσε ότι θα επικεντρώσει τον χρόνο και τους πόρους της στην αποτελεσματικότερη μέθοδο χρηματοδότησης, δηλαδή στις οργανωμένες συνεισφορές από μεμονωμένους Αμερικανούς προς υποψηφίους, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα ταχείας προσαρμογής σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο πολιτικό περιβάλλον.
Η οργή για το Ισραήλ διχάζει ακόμη και την αμερικανική Δεξιά
Η αλλαγή στρατηγικής της AIPAC έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η υποστήριξη προς το Ισραήλ δέχεται αυξανόμενες πιέσεις σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα των ΗΠΑ.
Τρία χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα και εν μέσω των διεθνών αντιδράσεων για τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, ακόμη και τμήματα της αμερικανικής Δεξιάς, τα οποία παραδοσιακά στηρίζουν το Ισραήλ για θρησκευτικούς και πολιτικούς λόγους, αρχίζουν να αμφισβητούν το ύψος της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας προς τη χώρα.
Το Ισραήλ αποτελεί τον μεγαλύτερο αποδέκτη αμερικανικής εξωτερικής βοήθειας, γεγονός που εντείνει τη συζήτηση για το κόστος της σχέσης Ουάσιγκτον - Τελ Αβίβ, σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης κυριαρχούν στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση.
Οι εξελίξεις καταγράφονται ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου 2026.
Παράλληλα, η επανειλημμένη πίεση του πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu προς τις ΗΠΑ να κηρύξουν πόλεμο στο Ιράν, με τον ίδιο να έχει πλέον επιτύχει αυτόν τον στόχο, έχει προκαλέσει ρήγμα ακόμη και στο στρατόπεδο των υποστηρικτών του προέδρου Donald Trump.
Μεταξύ των πιο έντονων επικριτών του Ισραήλ συγκαταλέγονται πλέον πρόσωπα που είχαν στηρίξει την πολιτική πορεία του Donald Trump από την πρώτη εκλογή του το 2016, όπως ο παρουσιαστής Tucker Carlson, ο ακροδεξιός σχολιαστής Nick Fuentes και η πρώην βουλευτής Marjorie Taylor Greene.
Η πίεση των Δημοκρατικών και η αποστασιοποίηση από την AIPAC
Η αρνητική στάση απέναντι στο Ισραήλ ενισχύεται και στο Δημοκρατικό Κόμμα, όπου ακόμη και πολιτικοί που θεωρούνται πιθανοί διεκδικητές του προεδρικού χρίσματος για το 2028 επιχειρούν να κρατήσουν αποστάσεις από την AIPAC, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να υποστηρίζουν το Ισραήλ.
Σημαντικό ρόλο στη δημόσια συζήτηση έχει διαδραματίσει και το AIPAC Tracker, μια πρωτοβουλία που καταγράφει και δημοσιοποιεί τα ποσά που έχουν λάβει πολιτικοί υποψήφιοι για την προώθηση φιλοϊσραηλινών συμφερόντων.
Ωστόσο, ο Waleed Shahid, πρώην εκπρόσωπος της προοδευτικής πολιτικής επιτροπής Justice Democrats, υποστήριξε την Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου, μέσω της πλατφόρμας X, ότι το σύνθημα «απορρίπτουμε τα χρήματα της AIPAC» ενδέχεται να χάσει την πολιτική του σημασία.
Όπως ανέφερε, η AIPAC διέθεσε απευθείας περίπου 3 εκατ. δολάρια στον τρέχοντα εκλογικό κύκλο, ενώ περίπου 90 εκατ. δολάρια προήλθαν από δωρεές μεμονωμένων μελών της.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η απόφαση της οργάνωσης να σταματήσει τις απευθείας συνεισφορές δεν συνεπάγεται ότι θα περιοριστεί αντίστοιχα η συνολική πολιτική χρηματοδότηση που συνδέεται με το δίκτυό της.
Zohran Mamdani και Abdul El-Sayed: Η πολιτική επιρροή χωρίς φιλοϊσραηλινή χρηματοδότηση
Η εκλογική επιτυχία υποψηφίων που υποστηρίζουν τα δικαιώματα των Παλαιστινίων αποτελεί ακόμη μία ένδειξη των μεταβαλλόμενων πολιτικών συσχετισμών.
Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Zohran Mamdani και ο Δημοκρατικός υποψήφιος για τη Γερουσία στο Michigan, Abdul El-Sayed, κατάφεραν να ενισχύσουν την πολιτική τους παρουσία χωρίς την οικονομική στήριξη φιλοϊσραηλινών οργανώσεων.
Η υποψηφιότητα του Abdul El-Sayed έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το United Democracy Project φέρεται να δαπανά έως και 9 εκατ. δολάρια εναντίον του.
Ο γερουσιαστής Bernie Sanders, από τις πλέον προβεβλημένες προοδευτικές φωνές του αμερικανικού Κογκρέσου, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της AIPAC μέσω της πλατφόρμας X την Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου.
«Η AIPAC δαπανά πλέον έως και 9 εκατ. δολάρια εναντίον του Abdul El-Sayed. Η AIPAC είναι ο λόγος που βρισκόμαστε σε πόλεμο με το Ιράν. Η AIPAC είναι ο λόγος που οι ΗΠΑ έχουν υποστηρίξει τη γενοκτονία στη Γάζα. Πρέπει να πούμε ΟΧΙ στην AIPAC και ΝΑΙ στην εκλογή του Abdul ως επόμενου γερουσιαστή των ΗΠΑ από το Michigan», έγραψε ο Bernie Sanders.
Η μάχη στο Michigan και οι επιπτώσεις για την αμερικανική πολιτική
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου ενδέχεται να αποτελέσουν κρίσιμο τεστ για την επιρροή της AIPAC, αλλά και για τη δυνατότητα υποψηφίων με προοδευτικές θέσεις να επικρατήσουν χωρίς τη στήριξη μεγάλων φιλοϊσραηλινών χρηματοδοτικών δικτύων.
Εάν ο Abdul El-Sayed επικρατήσει, θα μπορούσε να γίνει ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στην ιστορία των ΗΠΑ, σύμφωνα με το δημοσίευμα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε επίσης ένδειξη ότι πολιτικές προτάσεις της Αριστεράς, οι οποίες περιλαμβάνουν την απομόνωση του Ισραήλ σε διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο, μπορούν να εξασφαλίσουν ευρεία εκλογική υποστήριξη στη βιομηχανική Μεσοδυτική Αμερική και σε μια πολιτεία με καθοριστική σημασία για τον εκλογικό συσχετισμό, όπως το Michigan.
Η αναδίπλωση της AIPAC δεν συνιστά κατ’ ανάγκη υποχώρηση της επιρροής της. Αντιθέτως, η μετατόπιση προς τις ατομικές δωρεές και τις ανεξάρτητες πολιτικές δαπάνες υποδηλώνει ότι η οργάνωση επιχειρεί να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον όπου η δημόσια ταύτιση με το Ισραήλ μπορεί να συνεπάγεται αυξανόμενο εκλογικό κόστος για τους Αμερικανούς πολιτικούς.
www.bankingnews.gr
Η απόφαση σηματοδοτεί αλλαγή στρατηγικής για την AIPAC, η οποία επιδιώκει να συνεχίσει να στηρίζει Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς που τάσσονται ανεπιφύλακτα υπέρ του Ισραήλ, υιοθετώντας ωστόσο μια λιγότερο προβεβλημένη πολιτική προσέγγιση.
Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τους υποστηρικτές της την Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου, η οργάνωση ανέφερε ότι επανεξετάζει το πολιτικό περιβάλλον και προσαρμόζει τη δράση της στις νέες συνθήκες.
«Για να κερδίσουμε τη μάχη για το μέλλον της χώρας και της συμμαχίας ΗΠΑ - Ισραήλ, πρέπει να οικοδομήσουμε μια πιο στρατηγική, αποτελεσματική και ευέλικτη πολιτική επιχείρηση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Νέα στρατηγική με επίκεντρο τις ιδιωτικές δωρεές
Η AIPAC ανακοίνωσε ότι θα δώσει προτεραιότητα στην αύξηση των άμεσων και οργανωμένων χρηματικών συνεισφορών από μεμονωμένους Αμερικανούς προς υποψηφίους, αξιοποιώντας παράλληλα νέα εργαλεία πολιτικής συγκέντρωσης κεφαλαίων.
«Οι δημόσιες στηρίξεις υποψηφίων, οι απευθείας συνεισφορές από πολιτικές επιτροπές δράσης (PACs) και η ειδική δέσμευση χρηματοδότησης για συγκεκριμένους υποψηφίους δεν θα αποτελούν πλέον μέρος της προσέγγισής μας», ανέφερε η οργάνωση.
Στόχος, σύμφωνα με την ίδια, είναι να διευρυνθούν οι ατομικές δωρεές και να αξιοποιηθούν νέα εργαλεία που θα βοηθήσουν τους πολιτικούς συμμάχους της να επικρατήσουν στις εκλογές.
Οι πολιτικές επιτροπές δράσης (Political Action Committees – PACs) αποτελούν οργανωμένους μηχανισμούς συγκέντρωσης και διάθεσης χρημάτων για την υποστήριξη πολιτικών υποψηφίων. Η AIPAC, ως PAC, υπόκειται σε όριο απευθείας συνεισφορών ύψους 5.000 δολαρίων ανά υποψήφιο και ανά εκλογικό κύκλο.
Ωστόσο, διαφορετικό καθεστώς ισχύει για τις λεγόμενες Super PACs, οι οποίες μπορούν να πραγματοποιούν απεριόριστες ανεξάρτητες πολιτικές δαπάνες, χωρίς να καταβάλλουν απευθείας συνεισφορές στους υποψηφίους.
Το United Democracy Project και τα εκατομμύρια δολάρια
Η AIPAC διαθέτει τη δική της Super PAC, με την ονομασία United Democracy Project (UDP), η οποία συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους χρηματοδότες της εκλογικής πολιτικής στις ΗΠΑ.
Πρόκειται για έναν μηχανισμό με αποκλειστική εστίαση στην προώθηση φιλοϊσραηλινών συμφερόντων. Κατά τον εκλογικό κύκλο του 2024, το UDP δαπάνησε περισσότερα από 60 εκατ. δολάρια, επιχειρώντας να επηρεάσει την εκλογική αναμέτρηση.
Η συγκεκριμένη δραστηριότητα αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς οι δαπάνες της Super PAC δεν θεωρούνται απευθείας χρηματοδοτικές συνεισφορές προς υποψηφίους και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στην αλλαγή που ανακοίνωσε η AIPAC.
Η οργάνωση έχει επίσης χρησιμοποιήσει στο παρελθόν τις λεγόμενες «εταιρείες-κελύφη» ή «shell PACs» κατά τη διάρκεια εκλογικών περιόδων, τις οποίες στη συνέχεια διαλύει αφού μεταφερθούν τα κεφάλαιά τους στο UDP.
«Πιστεύουμε ότι αυτή η προσέγγιση μάς επιτρέπει να αξιοποιήσουμε νέες καινοτομίες και να επιτύχουμε ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό αντίκτυπο στην επιρροή της πολιτικής», ανέφερε η AIPAC.
Πρόσθεσε ότι θα επικεντρώσει τον χρόνο και τους πόρους της στην αποτελεσματικότερη μέθοδο χρηματοδότησης, δηλαδή στις οργανωμένες συνεισφορές από μεμονωμένους Αμερικανούς προς υποψηφίους, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα ταχείας προσαρμογής σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο πολιτικό περιβάλλον.
Η οργή για το Ισραήλ διχάζει ακόμη και την αμερικανική Δεξιά
Η αλλαγή στρατηγικής της AIPAC έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η υποστήριξη προς το Ισραήλ δέχεται αυξανόμενες πιέσεις σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα των ΗΠΑ.
Τρία χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα και εν μέσω των διεθνών αντιδράσεων για τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, ακόμη και τμήματα της αμερικανικής Δεξιάς, τα οποία παραδοσιακά στηρίζουν το Ισραήλ για θρησκευτικούς και πολιτικούς λόγους, αρχίζουν να αμφισβητούν το ύψος της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας προς τη χώρα.
Το Ισραήλ αποτελεί τον μεγαλύτερο αποδέκτη αμερικανικής εξωτερικής βοήθειας, γεγονός που εντείνει τη συζήτηση για το κόστος της σχέσης Ουάσιγκτον - Τελ Αβίβ, σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης κυριαρχούν στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση.
Οι εξελίξεις καταγράφονται ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου 2026.
Παράλληλα, η επανειλημμένη πίεση του πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu προς τις ΗΠΑ να κηρύξουν πόλεμο στο Ιράν, με τον ίδιο να έχει πλέον επιτύχει αυτόν τον στόχο, έχει προκαλέσει ρήγμα ακόμη και στο στρατόπεδο των υποστηρικτών του προέδρου Donald Trump.
Μεταξύ των πιο έντονων επικριτών του Ισραήλ συγκαταλέγονται πλέον πρόσωπα που είχαν στηρίξει την πολιτική πορεία του Donald Trump από την πρώτη εκλογή του το 2016, όπως ο παρουσιαστής Tucker Carlson, ο ακροδεξιός σχολιαστής Nick Fuentes και η πρώην βουλευτής Marjorie Taylor Greene.
Η πίεση των Δημοκρατικών και η αποστασιοποίηση από την AIPAC
Η αρνητική στάση απέναντι στο Ισραήλ ενισχύεται και στο Δημοκρατικό Κόμμα, όπου ακόμη και πολιτικοί που θεωρούνται πιθανοί διεκδικητές του προεδρικού χρίσματος για το 2028 επιχειρούν να κρατήσουν αποστάσεις από την AIPAC, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να υποστηρίζουν το Ισραήλ.
Σημαντικό ρόλο στη δημόσια συζήτηση έχει διαδραματίσει και το AIPAC Tracker, μια πρωτοβουλία που καταγράφει και δημοσιοποιεί τα ποσά που έχουν λάβει πολιτικοί υποψήφιοι για την προώθηση φιλοϊσραηλινών συμφερόντων.
Ωστόσο, ο Waleed Shahid, πρώην εκπρόσωπος της προοδευτικής πολιτικής επιτροπής Justice Democrats, υποστήριξε την Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου, μέσω της πλατφόρμας X, ότι το σύνθημα «απορρίπτουμε τα χρήματα της AIPAC» ενδέχεται να χάσει την πολιτική του σημασία.
Όπως ανέφερε, η AIPAC διέθεσε απευθείας περίπου 3 εκατ. δολάρια στον τρέχοντα εκλογικό κύκλο, ενώ περίπου 90 εκατ. δολάρια προήλθαν από δωρεές μεμονωμένων μελών της.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η απόφαση της οργάνωσης να σταματήσει τις απευθείας συνεισφορές δεν συνεπάγεται ότι θα περιοριστεί αντίστοιχα η συνολική πολιτική χρηματοδότηση που συνδέεται με το δίκτυό της.
Zohran Mamdani και Abdul El-Sayed: Η πολιτική επιρροή χωρίς φιλοϊσραηλινή χρηματοδότηση
Η εκλογική επιτυχία υποψηφίων που υποστηρίζουν τα δικαιώματα των Παλαιστινίων αποτελεί ακόμη μία ένδειξη των μεταβαλλόμενων πολιτικών συσχετισμών.
Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Zohran Mamdani και ο Δημοκρατικός υποψήφιος για τη Γερουσία στο Michigan, Abdul El-Sayed, κατάφεραν να ενισχύσουν την πολιτική τους παρουσία χωρίς την οικονομική στήριξη φιλοϊσραηλινών οργανώσεων.
Η υποψηφιότητα του Abdul El-Sayed έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το United Democracy Project φέρεται να δαπανά έως και 9 εκατ. δολάρια εναντίον του.
Ο γερουσιαστής Bernie Sanders, από τις πλέον προβεβλημένες προοδευτικές φωνές του αμερικανικού Κογκρέσου, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της AIPAC μέσω της πλατφόρμας X την Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου.
«Η AIPAC δαπανά πλέον έως και 9 εκατ. δολάρια εναντίον του Abdul El-Sayed. Η AIPAC είναι ο λόγος που βρισκόμαστε σε πόλεμο με το Ιράν. Η AIPAC είναι ο λόγος που οι ΗΠΑ έχουν υποστηρίξει τη γενοκτονία στη Γάζα. Πρέπει να πούμε ΟΧΙ στην AIPAC και ΝΑΙ στην εκλογή του Abdul ως επόμενου γερουσιαστή των ΗΠΑ από το Michigan», έγραψε ο Bernie Sanders.
Η μάχη στο Michigan και οι επιπτώσεις για την αμερικανική πολιτική
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου ενδέχεται να αποτελέσουν κρίσιμο τεστ για την επιρροή της AIPAC, αλλά και για τη δυνατότητα υποψηφίων με προοδευτικές θέσεις να επικρατήσουν χωρίς τη στήριξη μεγάλων φιλοϊσραηλινών χρηματοδοτικών δικτύων.
Εάν ο Abdul El-Sayed επικρατήσει, θα μπορούσε να γίνει ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στην ιστορία των ΗΠΑ, σύμφωνα με το δημοσίευμα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε επίσης ένδειξη ότι πολιτικές προτάσεις της Αριστεράς, οι οποίες περιλαμβάνουν την απομόνωση του Ισραήλ σε διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο, μπορούν να εξασφαλίσουν ευρεία εκλογική υποστήριξη στη βιομηχανική Μεσοδυτική Αμερική και σε μια πολιτεία με καθοριστική σημασία για τον εκλογικό συσχετισμό, όπως το Michigan.
Η αναδίπλωση της AIPAC δεν συνιστά κατ’ ανάγκη υποχώρηση της επιρροής της. Αντιθέτως, η μετατόπιση προς τις ατομικές δωρεές και τις ανεξάρτητες πολιτικές δαπάνες υποδηλώνει ότι η οργάνωση επιχειρεί να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον όπου η δημόσια ταύτιση με το Ισραήλ μπορεί να συνεπάγεται αυξανόμενο εκλογικό κόστος για τους Αμερικανούς πολιτικούς.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών