Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Τρέμουν την κάλπη στις ΗΠΑ οι Big Tech... Προειδοποίηση Morgan Stanley για σαρωτικές ανατροπές σε άμυνα, υγεία, crypto και AI

Τρέμουν την κάλπη στις ΗΠΑ οι Big Tech... Προειδοποίηση Morgan Stanley για σαρωτικές ανατροπές σε άμυνα, υγεία, crypto και AI
Οι ενδιάμεσες εκλογές ενδέχεται να ανατρέψουν τις σημερινές ισορροπίες και να μεταφέρουν την πολιτική επιρροή σε διαφορετικά χέρια
Για ορισμένους από τους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς ομίλους των ΗΠΑ, η στενή σχέση με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση αποτελεί βασικό στοιχείο της επιχειρηματικής τους στρατηγικής.
Οι ενδιάμεσες εκλογές, ωστόσο, ενδέχεται να ανατρέψουν τις σημερινές ισορροπίες και να μεταφέρουν την πολιτική επιρροή σε διαφορετικά χέρια.
Εάν οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να επικρατήσουν σε ένα ή και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, θα αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα παρέμβασης στις εταιρικές υποθέσεις, μέσω ερευνών, ελέγχου των ομοσπονδιακών δαπανών και διεκδίκησης νομοθετικών αλλαγών. Η επιρροή τους, ωστόσο, δεν θα είναι απεριόριστη. Ο πρόεδρος Donald Trump θα εξακολουθήσει να διαθέτει το δικαίωμα άσκησης βέτο, καθώς και ευρείες αρμοδιότητες σε ζητήματα δασμών, μεταναστευτικής πολιτικής και ομοσπονδιακής εποπτείας.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι χρηματιστηριακές αγορές έχουν κινηθεί θετικά σε περιόδους πολιτικής συνύπαρξης διαφορετικών κομμάτων στην εξουσία. Ειδικότερα, επί Ρεπουμπλικανών προέδρων, ο S&P 500 έχει παρουσιάσει μέση ετήσια άνοδο 23% μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, όταν το Κογκρέσο βρισκόταν υπό διχασμένο έλεγχο. Το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 16% όταν οι Δημοκρατικοί ελέγχουν και τα δύο νομοθετικά σώματα, σύμφωνα με μελέτη της Morgan Stanley που δημοσιοποιήθηκε την Πέμπτη. Οι αναλυτές αποδίδουν συχνά αυτή τη διαφορά στο πολιτικό αδιέξοδο που περιορίζει τη δυνατότητα προώθησης μεγάλων αλλαγών πολιτικής.
Ωστόσο, υπάρχουν αναλυτές που εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο το συγκεκριμένο ιστορικό μοτίβο μπορεί να επαναληφθεί στις σημερινές συνθήκες.
«Δεν θεωρούμε ότι αυτή η τάση θα επιβεβαιωθεί αυτή τη φορά και εξακολουθούμε να εντοπίζουμε πολλούς λόγους για να διατηρούμε θετική στάση απέναντι στην αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά», δήλωσε η Ariana Salvatore, επικεφαλής έρευνας δημόσιας πολιτικής για τις ΗΠΑ στη Morgan Stanley.

USA.png

Για τους επενδυτές, η εκλογική αναμέτρηση μπορεί να επηρεάσει άμεσα το ποιες επιχειρήσεις θα διατηρήσουν τα σημερινά προνόμια και την πρόσβασή τους στα κέντρα λήψης αποφάσεων της Ουάσινγκτον. Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι εμφανίζονται κλάδοι όπως η αμυντική βιομηχανία, η υγειονομική περίθαλψη, οι τράπεζες και η τεχνητή νοημοσύνη.
«Υπάρχουν συγκεκριμένες αλλαγές στην πολιτική που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αγορά, τουλάχιστον σε ορισμένους επιμέρους τομείς», επισήμανε ο Jeff Buchbinder, επικεφαλής στρατηγικής μετοχών στην LPL Financial.

Περισσότερες έρευνες και κλητεύσεις επιχειρηματικών ομίλων από το Κογκρέσο

Η ανάληψη του ελέγχου είτε της Βουλής των Αντιπροσώπων είτε της Γερουσίας θα προσφέρει στους Δημοκρατικούς τη δυνατότητα να αναλάβουν την προεδρία σημαντικών επιτροπών και να εκδώσουν κλητεύσεις. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούν να απαιτούν την προσκόμιση εγγράφων, να καλούν στελέχη για καταθέσεις και να οργανώνουν δημόσιες ακροάσεις με τη συμμετοχή επιχειρηματικών παραγόντων.
Οι εταιρείες έχουν ήδη πάρει μια πρώτη εικόνα για το τι μπορεί να ακολουθήσει.
Στις 21 Οκτωβρίου, ο γερουσιαστής Richard Blumenthal, Δημοκρατικός από το Κονέκτικατ και κορυφαίο στέλεχος της μειοψηφίας στη Μόνιμη Υποεπιτροπή Ερευνών της Επιτροπής Εσωτερικής Ασφάλειας και Κυβερνητικών Υποθέσεων της Γερουσίας, ζήτησε από εταιρείες που είχαν χρηματοδοτήσει την κατασκευή της αίθουσας χορού στον Λευκό Οίκο να παραδώσουν σχετικά αρχεία. Μεταξύ των εταιρειών που βρέθηκαν στο επίκεντρο του αιτήματος ήταν οι Cisco, Salesforce, ServiceNow, Kraken και Apple, καθώς και η Nvidia. Σύμφωνα με έγγραφα που εξασφάλισε η Washington Post, καθεμία από τις δύο τελευταίες εταιρείες είχε δεσμεύσει 25 εκατ. δολάρια για το συγκεκριμένο έργο.
Παράλληλα, ο βουλευτής Jamie Raskin, Δημοκρατικός από το Μέριλαντ, έχει ζητήσει ξεχωριστά στοιχεία σχετικά με τις εξαιρέσεις από τους δασμούς, συμπεριλαμβανομένης της αλληλογραφίας που αφορά τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Apple, Tim Cook. Οι Δημοκρατικοί εξετάζουν εάν ο Trump αξιοποίησε την εμπορική πολιτική της κυβέρνησής του προκειμένου να ευνοήσει πολιτικούς συμμάχους και χρηματοδότες του.
Παρότι οι οικονομικές συνεισφορές δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη παράνομης δραστηριότητας ή προνομιακής μεταχείρισης, οι κοινοβουλευτικές έρευνες μπορούν να δημιουργήσουν σημαντικά προβλήματα για τις επιχειρήσεις. Οι κλητεύσεις απαιτούν χρόνο και πόρους από τις διοικήσεις, ενδέχεται να φέρουν στο φως εσωτερικές επικοινωνίες και προκαλούν αρνητική δημοσιότητα. Για τους διευθύνοντες συμβούλους, άλλωστε, η προοπτική μιας δημόσιας αντιπαράθεσης με νομοθέτες μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες μόνο ευχάριστη δεν είναι.
«Δημιουργείται αστάθεια, επειδή προκύπτουν αρνητικοί τίτλοι στα μέσα ενημέρωσης», ανέφερε η Monica Guerra, επικεφαλής στρατηγικής πολιτικής και γεωπολιτικής της Morgan Stanley, εκτιμώντας ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να διευρύνουν σημαντικά το πεδίο των ερευνών τους.
Στο ενδιαφέρον των Δημοκρατικών περιλαμβάνονται οι οικογενειακές επιχειρήσεις του Trump, οι κρατικοί εργολάβοι, οι εταιρείες που συνδέονται με την επενδυτική εταιρεία 1789 Capital του Donald Trump Jr., καθώς και επιχειρηματικά σχήματα που σχετίζονται με τον Elon Musk και το λεγόμενο Υπουργείο Αποδοτικότητας της Κυβέρνησης.

Ομοσπονδιακές δαπάνες: Στο τραπέζι αλλαγές στη χρηματοδότηση του Medicaid

Ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία επιρροής του Κογκρέσου είναι ο έλεγχος των δημόσιων οικονομικών πόρων και ο καθορισμός των προτεραιοτήτων στις ομοσπονδιακές δαπάνες.
Ο φορολογικός και δημοσιονομικός νόμος που προώθησε ο Trump το 2025, γνωστός ως One Big Beautiful Bill, αναμένεται να οδηγήσει σε μείωση των ομοσπονδιακών δαπανών για το Medicaid κατά 911 δισ. δολάρια έως το 2034. Η εκτίμηση προκύπτει από ανάλυση του KFF, η οποία βασίζεται στις προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου. Το KFF είναι μη κερδοσκοπικός οργανισμός που εξειδικεύεται στην παροχή στοιχείων και αναλύσεων για την πολιτική υγείας.
Την ίδια στιγμή, από την 1η Ιανουαρίου ή και νωρίτερα σε ορισμένες πολιτείες αναμένεται να εφαρμοστούν νέες εργασιακές προϋποθέσεις για τους δικαιούχους του Medicaid. Οι περιορισμένοι προϋπολογισμοί των πολιτειών ενδέχεται επίσης να οδηγήσουν σε μικρότερο αριθμό καλυπτόμενων πολιτών και να ασκήσουν πρόσθετη πίεση στις αποζημιώσεις των παρόχων υπηρεσιών υγείας.
Η Molina Healthcare αντλεί σημαντικό μέρος των εσόδων της από το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Ειδικότερα, το 2025 εισέπραξε 32,2 δισ. δολάρια από το Medicaid, ποσό που αντιστοιχούσε στο 75% των συνολικών εσόδων της από ασφάλιστρα, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση που κατέθεσε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Στο ίδιο έγγραφο, η εταιρεία προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη απώλεια κρατικών συμβάσεων ή η ανανέωσή τους με λιγότερο ευνοϊκούς όρους θα μπορούσε να επιφέρει σημαντική μείωση των ασφαλιστικών εσόδων της.
Ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών δεν θα είχε τη δυνατότητα να ακυρώσει μονομερώς τον νόμο του 2025. Θα μπορούσε, ωστόσο, να αξιοποιήσει τις διαπραγματεύσεις για την έγκριση του προϋπολογισμού, οι οποίες απαιτούν ευρύτερη κοινοβουλευτική συναίνεση, ώστε να διεκδικήσει τροποποιήσεις στη χρηματοδότηση ή αναβολή ορισμένων περικοπών.
«Πιθανότατα θα επιχειρήσουν να ανατρέψουν αυτές τις περικοπές στο Medicaid», δήλωσε ο Jeff Buchbinder στο CNBC. Όπως εξήγησε, η διατήρηση της ασφαλιστικής κάλυψης θα μπορούσε να συμβάλει στη σταθεροποίηση του αριθμού των ασφαλισμένων στις εταιρείες Medicaid, αλλά και της ροής ασθενών προς τα νοσοκομεία.
Οι νοσοκομειακές μονάδες αντιμετωπίζουν, επίσης, σημαντικές προκλήσεις. Η μείωση των ασφαλισμένων μπορεί να αυξήσει την παροχή υπηρεσιών για τις οποίες δεν καταβάλλεται αποζημίωση, ενώ οι δημοσιονομικοί περιορισμοί σε επίπεδο πολιτειών ενδέχεται να συμπιέσουν περαιτέρω τις αποζημιώσεις, σύμφωνα με το KFF. Για τον περιορισμό των επιπτώσεων, το Κογκρέσο έχει δημιουργήσει ειδικό ταμείο αγροτικής υγείας ύψους 50 δισ. δολαρίων, με ορίζοντα πενταετίας. Ωστόσο, τόσο το KFF όσο και οι πάροχοι υπηρεσιών υγείας έχουν επισημάνει ότι οι συγκεκριμένοι πόροι δεν επαρκούν για να καλύψουν το σύνολο των ευρύτερων περικοπών στο Medicaid.
Η επικράτηση των Δημοκρατικών θα μπορούσε, πάντως, να δημιουργήσει και πρόσθετες πιέσεις στον κλάδο της υγειονομικής περίθαλψης. Οι ίδιοι νομοθέτες που θα επιδιώξουν να διασφαλίσουν τη χρηματοδότηση του Medicaid ενδέχεται να εντείνουν παράλληλα τον έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών, των νοσοκομείων και των φαρμακευτικών ομίλων, εστιάζοντας στις τιμές, στην ασφαλιστική κάλυψη και στα περιθώρια κέρδους.

Αμυντική βιομηχανία: Πολιτική αντιπαράθεση για συμβάσεις δισεκατομμυρίων

Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον αμυντικό τομέα βρίσκονται αντιμέτωπες με μια κρίσιμη συζήτηση σχετικά με τα οπλικά συστήματα και τα στρατιωτικά προγράμματα που θα λάβουν τελικά χρηματοδότηση από το Κογκρέσο.
Ο Λευκός Οίκος έχει καταθέσει αίτημα για αμυντικές δαπάνες ύψους 1,5 τρισ. δολαρίων για το οικονομικό έτος 2027. Στις προτεραιότητες περιλαμβάνονται η αναπλήρωση των στρατιωτικών αποθεμάτων, η ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και η κάλυψη άλλων αμυντικών αναγκών, ορισμένες από τις οποίες συνδέονται με τον πόλεμο στο Ιράν.
Επιπλέον, η αμερικανική κυβέρνηση ζητά από το Κογκρέσο την έγκριση συμπληρωματικής χρηματοδότησης 87,6 δισ. δολαρίων για το οικονομικό έτος 2026, η οποία αφορά κυρίως στρατιωτικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με το Ιράν.
Ένας κοινοβουλευτικός συσχετισμός υπέρ των Δημοκρατικών θα μπορούσε να οδηγήσει σε αμφισβήτηση συγκεκριμένων κονδυλίων που αφορούν το Ιράν και το Ισραήλ, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να ενισχύσει τις πιέσεις για μεγαλύτερη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία. Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα θα εξακολουθήσουν να απολαμβάνουν διακομματική υποστήριξη. Σε αυτά περιλαμβάνονται η αποτροπή της Κίνας, ο εκσυγχρονισμός του πυρηνικού οπλοστασίου και η ανάπτυξη συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας.
Για τις αμυντικές επιχειρήσεις, οι πολιτικές αποφάσεις θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε συμβάσεις και παραγγελίες δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Lockheed Martin, η οποία πρόσφατα συμφώνησε σε ένα πλαίσιο συνεργασίας με το Πεντάγωνο για την προμήθεια 850 μαχητικών αεροσκαφών F-35 σε βάθος δεκαετίας. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν έχει ακόμη λάβει οριστική συμβατική μορφή, καθώς απαιτείται η έγκριση του Κογκρέσου για την πολυετή αγορά και την αντίστοιχη χρηματοδότηση.
«Το ζητούμενο είναι να επιλέγεις συγκεκριμένες εταιρείες και όχι να τοποθετείσαι αδιακρίτως σε ολόκληρο τον κλάδο», δήλωσε η Monica Guerra στο CNBC, αναδεικνύοντας τη ναυπηγική βιομηχανία, τα αυτόνομα συστήματα και την αντιπυραυλική άμυνα ως τομείς που θα μπορούσαν να επωφεληθούν.

Κρυπτονομίσματα: Αβεβαιότητα για το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο

Για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά των κρυπτονομισμάτων, οι ενδιάμεσες εκλογές ενδέχεται να καθορίσουν εάν οι ρυθμιστικές αλλαγές που προωθεί ο Trump θα αποκτήσουν μόνιμο νομοθετικό χαρακτήρα ή θα παραμείνουν ευάλωτες σε ενδεχόμενη αλλαγή κυβέρνησης.
Η προσπάθεια του κλάδου να εξασφαλίσει ένα σταθερό και μακροπρόθεσμο θεσμικό πλαίσιο υπέστη πλήγμα τον Σεπτέμβριο, όταν η Γερουσία δεν προχώρησε την εξέταση του Clarity Act, ενός ευρέος νομοσχεδίου για τη δομή και τη λειτουργία της αγοράς, το οποίο είχε την υποστήριξη του Trump.
Η αποτυχία προώθησης της νομοθετικής πρωτοβουλίας προκάλεσε έντονες πιέσεις στις εταιρείες του κλάδου. Οι μετοχές της Coinbase και της Circle, εκδότριας εταιρείας stablecoin, υποχώρησαν έως και 11%.
Η έγκριση ενός σχετικού νομοσχεδίου από το επόμενο Κογκρέσο ενδέχεται, πάντως, να συνοδευτεί από αυστηρότερους όρους. Ενδεχόμενη ενίσχυση των Δημοκρατικών θα τους έδινε μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ για να απαιτήσουν αυξημένες εγγυήσεις προστασίας των καταναλωτών, περιορισμούς στα stablecoins που προσφέρουν αποδόσεις και αυστηρότερη εποπτεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του Trump στον χώρο των κρυπτονομισμάτων.
«Κατά κάποιον τρόπο, ο κλάδος δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το ποιος θα εκλεγεί. Αυτό που θέλει να γνωρίζει είναι ποιοι θα είναι οι κανόνες που θα ισχύσουν την επόμενη χρονιά», δήλωσε ο Sam Stovall, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της CFRA Research.

Τράπεζες: Στο τραπέζι χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων

Αλλαγές στο ρυθμιστικό περιβάλλον επιδιώκει και ο τραπεζικός τομέας, με τις επιχειρήσεις να αναζητούν μεγαλύτερη ασφάλεια ως προς τη μελλοντική εφαρμογή των κανόνων.
Οι ομοσπονδιακές εποπτικές αρχές εκτιμούν ότι η προτεινόμενη αναμόρφωση του πλαισίου κεφαλαιακών απαιτήσεων θα μπορούσε να μειώσει κατά περίπου 4,8% τις σχετικές υποχρεώσεις των μεγαλύτερων τραπεζών. Μια τέτοια εξέλιξη θα απελευθέρωνε ενδεχομένως δισεκατομμύρια δολάρια, τα οποία θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε νέες χορηγήσεις δανείων ή σε πληρωμές προς τους μετόχους.
Η Federal Reserve έχει την αρμοδιότητα διαμόρφωσης των σχετικών κανονισμών. Ωστόσο, η Γερουσία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην έγκριση των προσώπων που θα στελεχώσουν τις μελλοντικές κενές θέσεις στις εποπτικές αρχές, ενώ οι κοινοβουλευτικές επιτροπές μπορούν να ασκήσουν πίεση μέσω ακροάσεων και ερευνών.
«Πρόκειται για έναν τομέα της ρυθμιστικής πολιτικής όπου μπορούν να υπάρξουν εξελίξεις με ουσιαστικές επιπτώσεις», ανέφερε ο Jeff Buchbinder.

Τεχνητή νοημοσύνη: Το πολιτικό στοίχημα του 1 τρισ. δολαρίων

Ο κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης αποτελεί ίσως την πιο σύνθετη περίπτωση όσον αφορά τις πιθανές πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις των εκλογών.

Ο Trump έχει αναγάγει την ταχεία ανάπτυξη κέντρων δεδομένων σε βασική προτεραιότητα τόσο για την οικονομία όσο και για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Morgan Stanley, οι μεγαλύτεροι τεχνολογικοί όμιλοι, μεταξύ των οποίων οι Microsoft, Amazon, Alphabet και Meta, αναμένεται να δαπανήσουν συνολικά περισσότερα από 1 τρισ. δολάρια σε επενδύσεις κεφαλαίου το 2027.
Η τεράστια αυτή επενδυτική κινητοποίηση πραγματοποιείται, ωστόσο, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων αντιδράσεων για τις επιπτώσεις των κέντρων δεδομένων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, στην κατανάλωση νερού και στο κόστος των απαραίτητων υποδομών.
Τα ευρήματα δημοσκόπησης του CNBC σε ολόκληρη την αμερικανική επικράτεια, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο, αποτυπώνουν το μέγεθος της κοινωνικής αντίδρασης. Συγκεκριμένα, το 63% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων δηλώνει αντίθετο στην κατασκευή κέντρου δεδομένων σε απόσταση μικρότερη των 10 μιλίων από την κατοικία του. Αντίθετα, μόλις το 13% τάσσεται υπέρ μιας τέτοιας εγκατάστασης. Η αντίθεση εμφανίζεται εντονότερη μεταξύ των Δημοκρατικών σε σύγκριση με τους Ρεπουμπλικανούς.
Οι αντιδράσεις έχουν ήδη μεταφερθεί στο Κογκρέσο. Τον Σεπτέμβριο, η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία, 417 ψήφους υπέρ και μόλις 3 κατά, πρόταση που ζητά από τις πολιτειακές ρυθμιστικές αρχές να εξετάσουν το ενδεχόμενο οι μεγάλες εγκαταστάσεις δεδομένων να αναλαμβάνουν το πρόσθετο κόστος των ενεργειακών υποδομών που απαιτούνται για τη λειτουργία τους.
Η πρωτοβουλία, ωστόσο, δεν προχώρησε στη Γερουσία, όπου συγκέντρωσε 57 θετικές και 43 αρνητικές ψήφους σε διαδικαστική ψηφοφορία. Οι Δημοκρατικοί υποστήριξαν ότι η πρόταση δεν παρείχε επαρκείς εγγυήσεις και ζήτησαν την καθιέρωση υποχρεωτικών μέτρων προστασίας, αντί να αφεθεί η ευθύνη αυτορρύθμισης στις ίδιες τις εταιρείες.
Κατά συνέπεια, οι ενδιάμεσες εκλογές ενδέχεται να καθορίσουν ποια πλευρά θα έχει τον αποφασιστικό λόγο στη διαμόρφωση των κανόνων. Μια ενίσχυση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να επιβαρύνει τις τεχνολογικές εταιρείες με μεγαλύτερο κόστος για την αναβάθμιση των ηλεκτρικών δικτύων, αυξάνοντας τις συνολικές δαπάνες των επενδυτικών τους σχεδίων. Η εξέλιξη αυτή θα ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη σε μια περίοδο κατά την οποία η περιορισμένη πρόσβαση σε επαρκή ενεργειακή τροφοδοσία αποτελεί ήδη σημαντικό εμπόδιο για την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων.
Παρά ταύτα, το Κογκρέσο δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει την πορεία των συγκεκριμένων επενδύσεων. Οι πολιτειακές ρυθμιστικές αρχές, οι εταιρείες κοινής ωφέλειας και οι τοπικές διοικήσεις θα εξακολουθήσουν να έχουν καθοριστικό ρόλο τόσο στην επιλογή των σημείων σύνδεσης των έργων με το ηλεκτρικό δίκτυο όσο και στην έγκριση των νέων εγκαταστάσεων.
«Εκτιμούμε ότι οι εκλογές μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες, αλλά αυτές θα εκδηλωθούν κυρίως σε πολύ τοπικό επίπεδο», δήλωσε η Ariana Salvatore.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης