Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Αδιάφορη αξιολόγηση της Ελλάδας από την S&P, στο «BBB» με σταθερό outlook - «Αγκάθια» χρέος, ακρίβεια και δημογραφικό

Αδιάφορη αξιολόγηση της Ελλάδας από την S&P, στο «BBB» με σταθερό outlook - «Αγκάθια» χρέος, ακρίβεια και δημογραφικό
Η S&P αναφέρει ότι θα μπορούσε να προχωρήσει σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας, εάν παρατηρηθεί σημαντική επιδείνωση των δημοσιονομικών επιδόσεων της χώρας.
Η S&P Global Ratings διατήρησε αμετάβλητη στη βαθμίδα «BBB» την αξιολόγηση του ελληνικού αξιόχρεου, επιβεβαιώνοντας παράλληλα τις σταθερές προοπτικές (stable outlook).
Με την απόφαση αυτή, η Ελλάδα παραμένει στην επενδυτική βαθμίδα, ένα σκαλοπάτι πάνω από το κατώτατο όριό της.
Όπως επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης, η σταθερή προοπτική αντανακλά την ισορροπία μεταξύ των ισχυρών οικονομικών και δημοσιονομικών επιδόσεων της Ελλάδας και των σημαντικών αποθεμάτων δημόσιου και εξωτερικού χρέους που εξακολουθεί να διατηρεί.

Οι προϋποθέσεις για αναβάθμιση ή υποβάθμιση

Η S&P αναφέρει ότι θα μπορούσε να προχωρήσει σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας, εάν παρατηρηθεί σημαντική επιδείνωση των δημοσιονομικών επιδόσεων της χώρας.
Αντίθετα, ενδεχόμενη αναβάθμιση θα μπορούσε να προκύψει εφόσον καταγραφεί ουσιαστική και διατηρήσιμη βελτίωση των εξωτερικών ανισορροπιών. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε, για παράδειγμα, να προέλθει από τη μείωση της εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τις εισαγωγές. Παράλληλα, θετικά θα λειτουργούσε μια σημαντική αποκλιμάκωση του εξωτερικού χρέους, μεγάλο μέρος του οποίου αφορά τον δημόσιο τομέα.

Καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις από τις αρχικές προβλέψεις

Η S&P εκτιμά ότι η ελληνική κυβέρνηση θα υπερβεί τους δημοσιονομικούς στόχους για το 2026. Τα μηνιαία στοιχεία έως και τον Αύγουστο δείχνουν ότι ο κρατικός προϋπολογισμός καταγράφει επίδοση περίπου 1,1 δισ. ευρώ υψηλότερη από τον αρχικό στόχο.
Στην εξέλιξη αυτή συμβάλλουν οι αυξημένες τουριστικές εισπράξεις, οι οποίες ενισχύουν τα έσοδα από τον ΦΠΑ, η περαιτέρω μείωση της ανεργίας και οι μεταρρυθμίσεις που έχουν εφαρμοστεί για τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και την ενίσχυση των εσόδων από τη φορολογία εισοδήματος.
Με βάση τα νεότερα δεδομένα, ο οίκος προβλέπει ότι το ενοποιημένο αποτέλεσμα του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης θα διαμορφωθεί σε πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ το 2026, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται στο 3,8% του ΑΕΠ. Η πρόβλεψη αυτή είναι περίπου μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερη από τον αρχικό δημοσιονομικό στόχο της κυβέρνησης.
Η αναθεώρηση προς το καλύτερο πραγματοποιείται παρά το γεγονός ότι οι δαπάνες υπερβαίνουν τις αρχικές προβλέψεις. Επιπλέον, οι πρόσφατες κυβερνητικές ανακοινώσεις υποδηλώνουν ότι οι εγχώρια χρηματοδοτούμενες επενδύσεις θα αυξηθούν ήδη από το 2026.
Ο οίκος έχει, επίσης, αναθεωρήσει ανοδικά τις εκτιμήσεις του για τις δημοσιονομικές επιδόσεις των επόμενων ετών. Το ιστορικό υπέρβασης των στόχων από την Ελλάδα, ακόμη και υπό την επίδραση εξωτερικών και γεωπολιτικών αναταράξεων, ενισχύει την εκτίμηση ότι η χώρα θα συνεχίσει να καταγράφει ονομαστικά δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Για την περίοδο 2027-2029, η S&P προβλέπει ότι το συνολικό πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 0,2% του ΑΕΠ, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να ανέλθει κατά μέσο όρο στο 3,2% του ΑΕΠ.

Αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους έως το 107% του ΑΕΠ το 2029

Η δημοσιονομική εξυγίανση εξακολουθεί να συμβάλλει στη μείωση του καθαρού δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Η S&P εκτιμά ότι ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης, μετά την αφαίρεση των ρευστών περιουσιακών στοιχείων, θα υποχωρήσει στο 123% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026.
Το επίπεδο αυτό αντιστοιχεί σε μείωση κατά 40 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το τέλος του 2019. Ο οίκος εκτιμά ότι η συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, σε συνδυασμό με τη διατηρήσιμη ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, θα οδηγήσει σε περαιτέρω αποκλιμάκωση του δείκτη, στο 107% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα υψηλότερα αποθέματα καθαρού δημόσιου χρέους διεθνώς, καθώς ο σχετικός δείκτης είχε φτάσει στο 192% του ΑΕΠ το 2020, κατά την περίοδο της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη. Έκτοτε, ωστόσο, η πορεία του χρέους είναι πτωτική.
Για το 2026, η S&P προβλέπει ότι ο λόγος καθαρού χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει στο 123%, επίπεδο χαμηλότερο από το αντίστοιχο της Ιταλίας, για την οποία εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 132%. Έως το 2029, ο δείκτης της Ελλάδας αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω στο 107%.
Στον υπολογισμό του καθαρού χρέους συνυπολογίζονται τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα που διατηρεί ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους. Η S&P εκτιμά ότι αυτά θα ανέλθουν σε 33 δισ. ευρώ, ή στο 12,4% του ΑΕΠ, στο τέλος του 2026.
Παρά το υψηλό επίπεδο του χρέους, ο οίκος επισημαίνει ότι η διάρθρωσή του παραμένει ευνοϊκή. Η σταθμισμένη μέση διάρκειά του ανέρχεται σε περίπου 18,3 έτη, ενώ το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης, μετά τις συμφωνίες ανταλλαγής, περιορίζεται στο 1,9%. Τα χαρακτηριστικά αυτά προστατεύουν σε σημαντικό βαθμό το ελληνικό Δημόσιο από ενδεχόμενες νέες μεταβολές των επιτοκίων.

Ανθεκτική ανάπτυξη παρά το ενεργειακό σοκ

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα, παρά τις δυσμενείς εξωτερικές συνθήκες και το ενεργειακό σοκ που συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με την S&P, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 2% το πρώτο τρίμηνο. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η οικονομική δραστηριότητα διατηρεί τη δυναμική της, χωρίς να καταγράφονται σημαντικές ενδείξεις επιβράδυνσης μετά τον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν.
Βασικοί μοχλοί ανάπτυξης παραμένουν ο τουρισμός και οι επενδύσεις. Ιδιαίτερη συμβολή έχουν τα έργα που χρηματοδοτούνται από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος εισέρχεται στην τελική φάση υλοποίησής του.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2026, η Ελλάδα υπέβαλε τα δύο τελευταία αιτήματα πληρωμής στο πλαίσιο του RRF. Εφόσον ολοκληρωθεί η αξιολόγησή τους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα πιστοποιείται η εκπλήρωση και των 376 οροσήμων και στόχων, καθώς και η πλήρης εκταμίευση των 35,95 δισ. ευρώ που έχουν προβλεφθεί για τη χώρα στο πλαίσιο του πενταετούς προγράμματος.
Παράλληλα, οι αφίξεις ξένων ταξιδιωτών αυξήθηκαν κατά 14,7% στο πρώτο εξάμηνο του έτους, έως τον Ιούνιο, ενώ οι εξαγωγές αγαθών διατήρησαν σταθερή πορεία. Οι εξελίξεις αυτές αντιστάθμισαν, σε σημαντικό βαθμό, την επιβράδυνση της κατανάλωσης των νοικοκυριών, η οποία επηρεάστηκε από το νέο ενεργειακό σοκ.
Θετική είναι και η εικόνα στην αγορά εργασίας. Το εποχικά προσαρμοσμένο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών. Σύμφωνα με την S&P, η βελτίωση της απασχόλησης δημιουργεί σταθερότερες συνθήκες για τα νοικοκυριά και ενισχύει τις προοπτικές ανάπτυξης.

Στο 2,1% η μέση ανάπτυξη για την περίοδο 2027-2029

Η S&P προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,1% κατά την περίοδο 2027-2029. Η εκτίμηση στηρίζεται στη διατήρηση της επενδυτικής δραστηριότητας, στη σταδιακή βελτίωση της αγοράς εργασίας και στην αξιοποίηση διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων.
Ο οίκος δεν αναμένει σημαντική επιβράδυνση των επενδύσεων, καθώς οι κυβερνητικές πιστώσεις για το επενδυτικό πρόγραμμα αυξάνονται παράλληλα με τη διεύρυνση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου.
Παρότι οι εκταμιεύσεις του RRF αναμένεται να ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2026, η υλοποίηση των έργων θα συνεχιστεί και το 2027 και το 2028. Αυτό αφορά ιδιαίτερα έργα που χρηματοδοτούνται μέσω δανείων με συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.
Μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, η Ελλάδα αναμένεται να αξιοποιήσει σε μεγαλύτερο βαθμό άλλα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια, στα οποία μέχρι σήμερα δεν είχε δοθεί η ίδια προτεραιότητα. Η S&P εκτιμά ότι η χώρα θα εξακολουθήσει να αποτελεί σημαντικό αποδέκτη ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, καθώς συγκαταλέγεται στα κράτη-μέλη της ΕΕ με το τρίτο χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ.
Η σταδιακή σύγκλιση των εισοδημάτων με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αναμένεται να συνεχιστεί. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του οίκου, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας θα φτάσει τα 35.100 δολάρια το 2029, αντιστοιχώντας περίπου στο 55% του μέσου όρου της ΕΕ, από 47% το 2019.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες εξακολουθούν να περιορίζουν τις δυνατότητες της οικονομίας

Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, η S&P επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν διαρθρωτικά εμπόδια που περιορίζουν την αναπτυξιακή δυναμική της Ελλάδας.
Οι διαδοχικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις που έχουν βελτιώσει ουσιαστικά την οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, θέτοντας τις βάσεις για μεγαλύτερη βιωσιμότητα. Ωστόσο, η πρόοδος δεν είναι ομοιόμορφη σε όλους τους τομείς.
Ο τραπεζικός κλάδος και η αγορά εργασίας έχουν μεταρρυθμιστεί σε σημαντικό βαθμό, ενώ μικρότερη πρόοδος έχει σημειωθεί στην αγορά προϊόντων. Παράλληλα, οι αντιλήψεις για τη διαφθορά εξακολουθούν να αποτελούν ζήτημα που επηρεάζει το θεσμικό και οικονομικό προφίλ της χώρας.
Στις μακροπρόθεσμες προκλήσεις περιλαμβάνεται και η δημογραφική εξέλιξη. Ο πληθυσμός της Ελλάδας έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 6% σε σχέση με την κορύφωσή του το 2011, εξαιτίας της πτώσης των γεννήσεων τις προηγούμενες δεκαετίες και του μεταναστευτικού κύματος που ακολούθησε την κρίση χρέους.
Η Ελλάδα είναι πλέον η τέταρτη γηραιότερη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έως το 2050 το ποσοστό των πολιτών άνω των 65 ετών αναμένεται να είναι το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, καθώς αυξάνεται η αναλογία των ηλικιωμένων προς τον πληθυσμό παραγωγικής ηλικίας. Ωστόσο, η S&P αναγνωρίζει ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις έχουν λάβει μέτρα για τον περιορισμό των δημοσιονομικών επιπτώσεων, κυρίως μέσω των εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα μετά την κρίση χρέους.
Επιπλέον, πρόσφατες φορολογικές παρεμβάσεις μείωσαν τον φόρο εισοδήματος για ορισμένες κατηγορίες πολύτεκνων οικογενειών. Παραμένει, ωστόσο, αβέβαιο κατά πόσο τα μέτρα αυτά θα συμβάλουν ουσιαστικά στην αύξηση των γεννήσεων.

Οι εκλογές του 2027 και η συνέχεια της οικονομικής πολιτικής

Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα είναι προγραμματισμένες έως τον Ιούλιο του 2027. Σύμφωνα με την ανάλυση της S&P και τις δημοσκοπήσεις που επικαλείται, η Νέα Δημοκρατία ενδέχεται να χάσει την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία της, χωρίς αυτό να αποκλείει την παραμονή της στην εξουσία μέσω κυβερνητικού συνασπισμού.
Η δημοτικότητα του κυβερνώντος κόμματος έχει υποχωρήσει σε σχέση με τις εκλογές του Ιουνίου 2023, όταν εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Παρά τη μείωση της υποστήριξής του, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να εμφανίζεται ως το δημοφιλέστερο κόμμα στις δημοσκοπήσεις που εξετάζει ο οίκος.
Η S&P εκτιμά ότι είναι πιθανό να αναδειχθεί πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές, αν και ενδέχεται να χρειαστεί συνεργασίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Παρά τις πιθανές πολιτικές αλλαγές, ο οίκος δεν αναμένει ουσιαστική μεταβολή της οικονομικής κατεύθυνσης της χώρας. Όπως σημειώνει, υπάρχει διακομματική σύγκλιση σε βασικούς στόχους, όπως η διατήρηση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών και η ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα και οι δαπάνες του Δημοσίου

Η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που στηρίζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση.
Για το 2026, η S&P προβλέπει πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ στον προϋπολογισμό της γενικής κυβέρνησης και πρωτογενές πλεόνασμα 3,8% του ΑΕΠ. Οι αρχικοί στόχοι της κυβέρνησης προέβλεπαν συνολικό έλλειμμα 0,1% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 2,8%.
Τα στοιχεία έως τον Αύγουστο καταδεικνύουν ότι η υπεραπόδοση οφείλεται κυρίως στα έσοδα από τον ΦΠΑ και τη φορολογία εισοδήματος. Τα συνολικά ενοποιημένα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 7,6% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Στην ενίσχυση των εσόδων συνέβαλαν η μείωση της ανεργίας και οι παρεμβάσεις για την ενίσχυση της φορολογικής και εργασιακής συμμόρφωσης, ιδίως η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας.
Οι δαπάνες κινήθηκαν επίσης πάνω από τον αρχικό στόχο, κυρίως λόγω της ταχύτερης εξέλιξης των επενδυτικών δαπανών και της επιτάχυνσης των έργων του RRF.
Τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή ήταν σχετικά περιορισμένα, με κόστος περίπου 0,3% του ΑΕΠ για το 2026. Αφορούσαν σε μεγάλο βαθμό επιχειρήσεις και, σύμφωνα με τον οίκο, αναμένεται να έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Ενδεικτικά, τα σχετικά μέτρα είχαν αποσυρθεί τον Ιούνιο, όταν οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν, προτού επανέλθουν τον Οκτώβριο.
Για την περίοδο 2027-2029, η S&P εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διατηρηθεί κατά μέσο όρο στο 3,2% του ΑΕΠ. Η πρόβλεψη αυτή αφήνει περιθώρια για κάποια δημοσιονομική χαλάρωση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, η οποία θα μπορούσε να κατευθυνθεί στην ενίσχυση των εισοδημάτων των νοικοκυριών και στις δημόσιες επενδύσεις.
Παράλληλα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει συγκριτικά μικρότερες πιέσεις από τις αμυντικές δαπάνες σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο οίκος υπενθυμίζει ότι η χώρα συγκαταλέγεται στα μόλις τρία μέλη του ΝΑΤΟ που δαπανούν σταθερά πάνω από το 2% του ΑΕΠ για την άμυνα από το 2014, με τις σχετικές δαπάνες να ανέρχονται περίπου στο 3% του ΑΕΠ το 2025.

Το εξωτερικό έλλειμμα παραμένει βασική αδυναμία

Παρά τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, οι εξωτερικές ανισορροπίες εξακολουθούν να επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας.
Μετά από μια περίοδο σχετικά περιορισμένων ελλειμμάτων κατά τα έτη 2015-2019, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε σημαντικά το 2020 και παρέμεινε ελλειμματικό τα επόμενα χρόνια. Την περίοδο 2020-2025, το έλλειμμα διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 7,3% του ΑΕΠ.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται εν μέρει με την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και την αύξηση των εισαγωγών που σχετίζονται με τα έργα του RRF. Ωστόσο, αντανακλά επίσης τη μεγάλη εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα αγαθά, μεταξύ των οποίων οι υδρογονάνθρακες, καθώς και τη σχετικά περιορισμένη ανταγωνιστικότητα του εξωτερικού τομέα.
Η S&P εκτιμά ότι η πρόσφατη βελτίωση ενδέχεται να ανακοπεί, με το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών να διευρύνεται στο 7% του ΑΕΠ το 2026, από 5,8% το 2025.
Από το 2027, καθώς θα περιορίζεται σταδιακά η επίδραση του RRF και θα εξομαλύνονται οι τιμές της ενέργειας, ο οίκος αναμένει νέα σταδιακή μείωση του ελλείμματος, το οποίο προβλέπεται να υποχωρήσει στο 4,5% του ΑΕΠ έως το 2029.
Επιπλέον, η καθαρή εξωτερική θέση της Ελλάδας παραμένει συγκριτικά αδύναμη. Το 2025, το καθαρό εξωτερικό χρέος των κατοίκων της χώρας ανερχόταν σε 304 δισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχούσε στο 231% των εισπράξεων από τρέχουσες συναλλαγές.
Εάν εξαιρεθούν τα περιουσιακά στοιχεία του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, τα οποία η S&P θεωρεί γενικά λιγότερο ρευστοποιήσιμα για την αξιολόγηση της εξωτερικής θέσης ενός κράτους, το ποσό αυξάνεται στα 355 δισ. δολάρια, ή στο 270% των εισπράξεων από τρέχουσες συναλλαγές.
Η καθαρή εξωτερική θέση χρέους παραμένει σχετικά σταθερή από το 2022, τάση που ο οίκος εκτιμά ότι θα συνεχιστεί. Παρ' όλα αυτά, τα επίπεδά της εξακολουθούν να είναι σημαντικά υψηλότερα από εκείνα των περισσότερων χωρών με αντίστοιχη πιστοληπτική αξιολόγηση.
Σε συνδυασμό με το αυξημένο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, η εικόνα αυτή δημιουργεί σημαντικές ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης και καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη σε ενδεχόμενη επιδείνωση των συνθηκών στις διεθνείς αγορές.

Περιορισμένοι οι κίνδυνοι για τις ελληνικές τράπεζες

Η S&P θεωρεί ότι οι κίνδυνοι για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο παραμένουν περιορισμένοι, παρά την αύξηση των ενεργειακών τιμών. Στην εκτίμηση αυτή συμβάλλουν η οικονομική ανάπτυξη, η ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα και η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν την κερδοφορία των τραπεζών και περιορίζουν τους κινδύνους στα δανειακά τους χαρτοφυλάκια. Παράλληλα, έχουν καταγραφεί βελτιώσεις στην κεφαλαιακή τους επάρκεια και στα επιχειρηματικά τους μοντέλα.
Ως αποτέλεσμα, ο οίκος είχε αναθεωρήσει νωρίτερα μέσα στο 2026 τις προοπτικές ορισμένων ελληνικών τραπεζών που αξιολογεί σε θετικές, επικαλούμενος τη μείωση του οικονομικού κινδύνου και την ανθεκτική κερδοφορία τους.
Παρότι οι κίνδυνοι εξακολουθούν να είναι υψηλότεροι από εκείνους ορισμένων αντίστοιχων τραπεζικών συστημάτων, ο λόγος του εταιρικού χρέους προς το ΑΕΠ έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις έχουν βελτιώσει τους ισολογισμούς τους.
Στην ίδια κατεύθυνση συμβάλλουν οι αλλαγές στο νομικό και κανονιστικό πλαίσιο της χώρας, μεταξύ των οποίων ο εκσυγχρονισμός του πλαισίου αφερεγγυότητας και η δημιουργία ηλεκτρονικού μητρώου ενεχύρων, που διευκολύνουν τις διαδικασίες ανάκτησης απαιτήσεων.

Το ενεργειακό κόστος και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι

Η S&P εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει ανθεκτικότητα απέναντι στο ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η απότομη αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας αναμένεται να επιβαρύνει περαιτέρω τις εξωτερικές ανισορροπίες της χώρας.
Η εξέλιξη των ενεργειακών τιμών, η πορεία του πληθωρισμού και οι συνθήκες χρηματοδότησης θα εξακολουθήσουν να επηρεάζουν τις οικονομικές προοπτικές. Την ίδια στιγμή, η ισχυρή τουριστική δραστηριότητα, οι επενδύσεις και η συνεχιζόμενη δημοσιονομική προσαρμογή αποτελούν παράγοντες που στηρίζουν την οικονομία.
Συνολικά, η διατήρηση της αξιολόγησης «BBB» με σταθερό outlook αποτυπώνει την εκτίμηση της S&P ότι η Ελλάδα συνεχίζει να ενισχύει τη δημοσιονομική της θέση και να μειώνει το δημόσιο χρέος, ενώ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις από το υψηλό εξωτερικό χρέος, τις ανισορροπίες στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και τη δημογραφική γήρανση.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης